Διαγωνισμός · ΑΛΕΦ · 2026

Έναστρη θάλασσα

Συμμετοχή στον διαγωνισμό της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας (ΑΛΕΦ) με θέμα «Θάλασσα» / Αποτελέσματα διαγωνισμού.

Εικόνα για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό Έναστρη θάλασσα
Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο έχει δημιουργηθεί με εργαλείο απεικόνισης ΑΙ.

Ο Τόμπι ξυπνάει απότομα, και πετάγεται καθιστός στο κρεβάτι. Είναι καταϊδρωμένος.

Ανασαίνει γρήγορα με κοφτή αναπνοή. Μόλις είχε δει το πιο εφιαλτικό όνειρο της ζωής του: Ένα γιγάντιο τσουνάμι, ψηλό ως εκεί που μπορεί να κοιτάξει στον ουρανό, να τον προφταίνει από το πουθενά, να τον καταπίνει και να τον βυθίζει στα βαθυγάλανα νερά της θάλασσας που το γέννησε. Θα μπορούσε να διαβεβαιώσει οποιονδήποτε, αν υπήρχε κανείς εκεί μαζί του για να του το περιγράψει, ότι είναι το χειρότερο που έχει ονειρευτεί ποτέ. Όμως μοιάζει σαν να ξύπνησε μέσα στον επόμενο εφιάλτη, μια και τα πάντα είναι πίσσα κατράμι γύρω του. Και το ότι βρίσκεται σε κρεβάτι το αισθάνεται με την αφή των χεριών του, με το άγγιγμα των γοφών του και των ποδιών του σε κάτι που το νιώθει ως σεντόνι σε στρώμα. Και η ησυχία που τον περικυκλώνει, η έλλειψη οποιουδήποτε ήχου, που κάνει ακόμα και τις σκέψεις του αθόρυβες, φαντάζει πιο εκκωφαντική από τον δυνατότερο κρότο. Κάποτε είχε διαβάσει ότι η αιώνια τιμωρία των ψυχών μοιάζει κάπως έτσι. Ίσως να είναι όντως νεκρός και να βιώνει την τιμωρία του. Αν δεν ένιωθε την υφή ενός σεντονιού κάτω από το σώμα του αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να το πιστέψει. Από την άλλη, μπορεί να τυφλώθηκε ή να κουφάθηκε από κάποιο τραύμα στο κεφάλι και γι’ αυτό να στέκεται στο πουθενά με την αφή ως μόνη αίσθηση που λειτουργεί. Αυτά σκέφτεται ο Τόμπι και ο εφιάλτης του ξεθωριάζει στη μνήμη του. Άλλωστε, δεν είναι ψέμα ότι εφιάλτες τον επισκέπτονταν συχνά στα όνειρά του, πρόσφατα πολύ συχνότερα απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Δεν έχει καμιά αίσθηση τόπου και χρόνου όπως έχει καταληφθεί από τον τρόμο που μόλις τον ξύπνησε, από τον φόβο της οπτικής και ακουστικής απομόνωσης γύρω του. Το επόμενο που μπορεί να θυμηθεί, όπως ανέφερε και στους διασώστες όταν ρωτήθηκε, είναι ένας γδούπος και ένα εκτυφλωτικό φως πριν βρεθεί στη παραλία που τον εντόπισαν. Είχαν περάσει 4 μήνες από τη βροχερή εκείνη Παρασκευή που αποχαιρέτησε με ένα φιλί τη Ναταλί, μια βδομάδα πριν δηλωθεί αγνοούμενος. Ο ίδιος όμως ήταν 16 χρόνια γηραιότερος!

«Ναταλί, αγάπη μου, άκουσε με!»

«Σε παρακαλώ άνθρωπέ μου, λυπήσου με, σκέψου λίγο τον πόνο μου».

«Εγώ είμαι ο Τόμπι σου, κοίτα με, πιάσε με, ζούμπηξέ με!»

Η Ναταλί στρέφεται προς το πλήρωμα του ασθενοφόρου που είχε ειδοποιηθεί για έναν άγνωστο ίσως τραυματισμένο, ίσως ασθενή ή ακόμα και νεκρό στην παραλία να βρέχεται από τα κύματα της ανάστατης θάλασσας. Τα βότσαλα, όσο στρογγυλεμένα και να ήταν, δεν ήταν κι ό,τι πιο ευχάριστο για τον καθένα να ξαπλώνει πάνω τους. Τις ηλιόλουστες, ζεστές ημέρες, που κολυμβητές γέμιζαν τη παραλία από άκρη σε άκρη, οι περισσότεροι αναζητούσαν ένα κάθισμα για να ρεμβάσουν ή να κάνουν ηλιοθεραπεία. Λίγοι τολμηροί άπλωναν μια απλή πετσέτα πάνω στα βότσαλα, αλλά ήταν φανερό από τη συνεχή αλλαγή θέσης ότι ήταν εξαιρετικά άβολο. Συνεπώς, ένα σώμα ξαπλωμένο για ώρες πάνω τους και μάλιστα κάτω από τον ζεστό, απογευματινό ήλιο προκάλεσε περιέργεια στην αρχή και την ειδοποίηση των αρχών στη συνέχεια. Η ώρα ήταν πλέον περασμένη κι ο ήλιος είχε αρχίσει να αντικαθιστά το θαλασσί χρώμα του ουρανού με ένα έντονο πορτοκαλί ανακατεμένο με ένα ζωηρό κόκκινο, όπου το μαύρο της νύχτας κάνει να φαίνεται πορφυρό και πένθιμο μωβ εκεί που παλεύει να υπερκεράσει το φως της ημέρας που απομακρύνεται.

«Σας ευχαριστώ που με ενημερώσατε αλλά δυστυχώς δεν τον γνωρίζω τον άνθρωπο αυτόν».

Ο άνθρωπος, που αποκλήθηκε Τόμπι, κάνει μια απότομη κίνηση και, ξεφεύγοντας από τους φροντιστές του, βρίσκεται μπροστά στη Ναταλί. Παρ’ όλη την έκδηλη αναστάτωσή του, καταβάλει τρομερή προσπάθεια να μη φωνάξει, να μιλάει ήρεμα και να κινείται όσο πιο ομαλά είναι δυνατόν, ώστε να μην την τρομάξει και απομακρυνθεί από κοντά του.

«Ναταλί, ξέρω, είναι δύσκολο να κατανοήσεις πώς είναι δυνατόν να είμαι εγώ ο ίδιος βλέποντάς με με τα χαμένα μαλλιά από το κεφάλι μου, τις βαθιές ρυτίδες στο πλάι των ματιών μου, τα ασημένια γένια μου, και το ζαρωμένο δέρμα μου, αλλά πρέπει να το πιστέψεις ότι είμαι εγώ. Ούτε κι εγώ ίσως στη θέση σου θα το έκανα».

«Δεν ξέρω πως μπορεί να γνωρίζετε το όνομά μου, αν και μπορώ να υποθέσω από τις αναζητήσεις που έκανα στα μέσα, αλλά είναι αισχρό να προσποιήστε έναν άνθρωπο δικό μου, έναν άνθρωπο που ψάχνω. Αισχρό!».

«Έχεις κάθε λόγο να σκέφτεσαι ότι είμαι ένας απατεώνας, κάποιος που έβαλε ίσως ο Τόμπι να σου κάνει πλάκα, ένας άλλος άσχετος ίσως, που αποφάσισε να σε κοροϊδέψει, αν και βαθιά μέσα σου γνωρίζεις ότι δεν θα έκανα, ο Τόμπι σου, κάτι τέτοιο τόσο χυδαίο. Εγώ είμαι, που σε γύρισα στο σπίτι σου εκείνη τη Παρασκευή, μετά το ραντεβού μας, και πριν προλάβω να σε φιλήσω μας είχε προφτάσει η βροχή...»

«Μα πώς;»

«…αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να φιλήσω λατρεμένα τα φλογερά, υγρά χείλη σου. Άλλωστε τα αναζητούσα πάντα περισσότερο όταν ήταν να ταξιδέψω, όπως θα έκανα αμέσως μετά. Αν ήταν να πεθάνω, τουλάχιστον θα έφευγα με την αίσθηση των χειλιών σου πάνω στα δικά μου».

«Το φαντάστηκα ότι είχες ακούσει για την εξαφάνιση και το εκμεταλλεύεσαι».

«Μου είπαν, μόλις με συνέφεραν, ότι εσύ ήσουν αυτή που πρώτη έψαξες να με βρεις, όταν δεν απαντούσα στα μηνύματά σου και άρχισαν να σε ρωτούν οι συνάδελφοί μου για μένα.»

«Τι θες επιτέλους; Χρήματα; Είναι δικά σου, παράτα με μόνο».

«Ξεκίνησες μια δημόσια αναζήτηση, ήμουν άλλος ένας αγνοούμενος στις ειδήσεις. Άλλες ίσως να πανηγύριζαν που ο άντρας τους τούς άδειασε τη γωνιά. Όχι όμως εσύ, λατρεία μου».

Η Ναταλί κάνει να απομακρυνθεί, φανερά ενοχλημένη.

«Περίμενε, άκου τι θα σου πω, αυτό θα σε πείσει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι είμαι ο Τόμπι, ο λατρεμένος σου Τόμπι, ο άντρας στην καρδιά σου ακόμα και μετά από δώδεκα ολόκληρα χρόνια και 3 μήνες».

Στη τελευταία φράση του αυτή κοντοστάθηκε. Όλα τα άλλα θα μπορούσε να τα είχε ακούσει, είχαν ειπωθεί πολλά άλλωστε όσο τον αναζητούσε, αυτό όμως δεν το είχε αναφέρει…

«Άκου λοιπόν αυτό. Δεν είναι κάποιο μήνυμα που κάποιος θα μπορούσε να διαβάσει, δεν είναι κάτι από τις συζητήσεις μας που κάποιος θα μπορούσε να ακούσει, ούτε καν ένα σημείωμα που θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει και να δει».

Η Ναταλί ανατριχιάζει στην αίσθηση ότι μπορεί να διαβάζει τη σκέψη της και στέκει αποσβολωμένη, ακίνητη πάνω στο μισό βήμα που ξεκίνησε να κάνει πριν από λίγο. Γυρίζει προς τον Τόμπι.

«Δεν ξέρω αν θέλω να ακούσω τι άλλο θα σκαρφιστείς άνθρωπέ μου. Αλήθεια, μπορώ να σου δώσω την αμοιβή που έχω ανακοινώσει για πληροφορίες τώρα, δεν χρειάζεται άλλο αυτή η γελοία παράσταση».

«Τα βράδια που δεν κοιμόμασταν, πλημμυρισμένοι από πάθος με τα μέλη μας μπλεγμένα, δάγκωνες το αυτί μου, προτιμούσες το αριστερό μου αυτί, δεν ξέρω γιατί, αλλά σε άφηνα, αφού το ήθελες τόσο, πριν μου ψιθυρίσεις: “Τομπάιας, είσαι λάβρα και εγώ ένα παγωτό που λιώνω πάνω σου”!»

«...»

«Όσα χρόνια και να πέρασαν, αυτό δεν άφησε τη μνήμη μου ποτέ!»

«Εσύ!»

Οι διασώστες τοποθετούν τη Ναταλί δίπλα στον Τόμπι, μόλις καταφέρνουν να τη συνεφέρουν από τη λιποθυμία της. Τον έχουν μόλις εισάγει με το φορείο στο πίσω μέρος του ασθενοφόρου και κατευθύνονται στο νοσοκομείο που θα τον εξετάσει περαιτέρω και η Ναταλί τους συνοδεύει αναγκαστικά, ελλείψει άλλου μέσου. Οι ίδιοι έχουν καθίσει ένας μαζί τους και οι υπόλοιποι μπροστά, οδηγός και συνοδηγός.

«Θέλω να είναι όνειρο όλο αυτό! Μα πώς είναι δυνατό να σε άφησα 38 και να επέστρεψες 54; Μοιάζει ένας φρικτός εφιάλτης!»

«Ξέρω, ξέρω, κι εγώ στη θέση σου θα έλεγα ότι είμαι ένας τρελός, να ισχυρίζομαι ότι έζησα χρόνια ολόκληρα, όταν για σένα λείπω μόλις τέσσερις μήνες».

«Τον αναγνωρίσατε τελικά;» τους διακόπτει ο συνοδός τους στο ασθενοφόρο.

«Είναι όντως ο Τομπάιας Γκρήνγουντ, όπως μας δήλωσε; Καταλαβαίνετε ότι τα δεδομένα που έχουμε για τον εν λόγω αγνοούμενο δεν ταιριάζουν με την περιγραφή».

«Ναι, ο Τομπάιας είναι, ναι. Θα ήθελα να μάθω κι εγώ περισσότερα για το τι πέρασε αυτό το διάστημα της απουσίας του και είναι σε αυτή τη θέση. Σίγουρα όταν αναρρώσει θα μπορεί να μας πει λεπτομέρειες».

Ο Τόμπι γυρνάει προς το μέρος της.

«Σε ευχαριστώ για αυτό, Ναταλί μου. Μακάρι να ήμουν στην εμφάνιση όπως με είχες αποχαιρετήσει εκείνη τη βραδιά! Αλλά δυστυχώς δεν είμαι εμφανισιακά όπως θα περίμενες. Όμως είμαι εγώ».

«Θα μπορούσες να μου πεις για τον ψίθυρο από την αρχή Τόμπι, δεν χρειαζόταν όλη αυτή η φλυαρία! Είχα αποφασίσει να σε χτυπήσω στη μύτη, πριν σε αποκαλύψω στις αρχές. Με το που άρχισες να μιλάς, με πρόλαβες στο τσακ!».

«Ένας μήνας δικός σου ήταν τέσσερα ολόκληρα χρόνια δικά μου, οπότε όντως είμαι πλέον 54 κι εσύ στα 30 σου, που σε αποχαιρέτησα, αλλά μακάρι να ήταν διαφορετικά Ναταλί μου».

«Αντιστρέφεται; Διορθώνεται κάπως; Μπορείς να επιστρέψεις όπως ήσουν εκείνη τη Παρασκευή;»

«Πίστεψέ με, δεν είχα τον έλεγχο όλο αυτό το διάστημα. Θα καταλάβω αν μετά από αυτό δεν θα θες να είσαι με έναν γέρο, αλλά–».

«Μα πώς!»

«Μακάρι να μπορούσα να σου πω με σιγουριά ότι γίνεται, αγάπη μου! Ίσως, αν με ακούσεις, να σκεφτείς κάτι. Εγώ ακόμα πιστεύω, μετά από τόσα χρόνια, ότι είναι ένα όνειρο όλο αυτό, ένας εφιάλτης, και σύντομα θα ξυπνήσω με την πλάτη σου να αγγίζει το στήθος μου. Και θα είναι Κυριακή, όπως μας έβρισκε κάθε Κυριακή, πριν πάμε για έναν καφέ παραδίπλα από το σπίτι μας, μιλώντας για σχέδια που έμειναν στη μέση για παιδιά, για ένα μεγαλύτερο σπίτι, για ταξίδια και περιπέτειες..».

Έχουν περάσει περίπου δύο εβδομάδες από τις πρώτες ιατρικές εξετάσεις του Τόμπι που τον βρίσκουν απολύτως υγιή, με όλα τα όργανα στη θέση τους. Ο τελευταίος γιατρός του λέει ότι είναι από τους λίγους ηλικιωμένους που έχει ποτέ κουράρει που συναγωνιζεται σε κατάσταση αυτή ενός νέου στα μισά του χρόνια. Όμως, η κατάθεση της Ναταλί στις αρχές δεν αποδεικνύεται ικανή να επιβεβαιώσει ότι όντως έχουν βρει τον Τόμπι που αγνοούνταν, μια και καμία προσπάθεια να ταιριάξει με τις πιο πρόσφατες φωτογραφίες του δεν είναι επιτυχημένη. Ούτε η χρήση περούκας, μακιγιάζ και επεξεργασίας φωτογραφίας σε υπολογιστή έχει πείσει κανέναν και τα παρακάλια της, συνοδευόμενα ενίοτε με κλάματα, δεν έχουν ουδεμία επίδραση στους υπευθύνους. Σε αναμονή των αποτελεσμάτων DNA, που από ότι τους έχουν ενημερώσει είναι ζήτημα ημερών να λάβουν πίσω, προσπαθούν, με ιατρικά αρχεία που έχουν στη διάθεσή τους, να βγάλουν ένα συμπέρασμα. Ο Τόμπι όμως φοβάται ενδόμυχα ότι, αν ταυτοποιηθεί, θα γίνει πειραματόζωο στα χέρια υπηρεσιών που έχει ακούσει ή, χειρότερα, που φημολογείται ότι υπάρχουν. Σε κάθε συνάντηση με τη Ναταλί, που ελεύθερα μπορεί να απολαμβάνει τη παρουσία της, δεν είναι εγκληματίας άλλωστε, την οποία για χρόνια για τον ίδιο, μήνες για εκείνη, έχει στερηθεί, προσπαθεί να της εξηγήσει τι έχει συμβεί. Στα νέα των ειδήσεων δεν έχει γίνει καμία αναφορά τις τελευταίες εβδομάδες για την περίπτωσή του, μια και κανένας δεν μένει επίκαιρος για πάνω από μερικές μέρες. Τέτοια είναι η φύση των πραγμάτων. Καταλαβαίνει ότι εκείνη δυσκολεύεται να κατανοήσει το πως είναι δυνατόν, με ποιους νόμους του σύμπαντος μπορεί αυτό να συνέβη. Μόνο αν είχε πέσει, με κάποιο τρόπο ρεαλιστικό, σε μια Μαύρη Τρύπα, ίσως να ήταν μια κάποια εξήγηση, αλλά γνώριζε ότι αυτές ήταν εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά τους. Αισθάνεται ότι ο Τόμπι συγκρατείται, σαν κάτι να τον κρατά από το να της εξομολογηθεί την αλήθεια και αρκείται σε φλύαρες περιγραφές του παρελθόντος μαζί της, και μέχρι το ταξίδι του μετά το φιλί τους κάτω από τη βροχή.

«Αγάπη μου!»

«Ναι, λατρεία μου!»

«Μόνο σε σένα μπορώ να αποκαλύψω το τι ακριβώς συνέβη και που βρέθηκα. Θα πρέπει να το ακούσεις και να το πάρεις μαζί σου στο θάνατο».

«Μόλις σε βρήκα, μη μιλάς έτσι».

«Φοβάμαι ότι υπάρχουν κάμερες, κάποιο μικρόφωνο ακόμα».

«Σε παρακαλώ, σταμάτα».

«Άκουσε με! Και αυτά να μην υπάρχουν, δεν θέλω να σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα υποφέρεις σε κάποια αίθουσα βασανιστηρίων, για να αναγκαστείς να τους πεις τι άκουσες από μένα πριν χαθώ».

«Αρκετά έχω υποφέρει ήδη, δεν νομίζεις;»

«Για αυτό και τόσο καιρό μιλάμε περί ανέμων και υδάτων, και σε ευχαριστώ που δεν επέμενες να με ρωτάς και μου έδωσες χρόνο, χρόνο να σκεφτώ τι να κάνω μέχρι να με πάρουν».

«Ποιοι να σε πάρουν;»

«Αλήθεια, τι θα γίνει νομίζεις αν επαληθεύσουν με την εξέταση DNA ότι είμαι αυτός, όντως αυτός, που ισχυρίζομαι, απλά 16 χρόνια μπροστά στο χρόνο; Σε ποιά εργαστήρια θα με οδηγήσουν και εσύ θα πρέπει να ζήσεις την εξαφάνισή μου ξανά και να με θρηνήσεις σαν νεκρό, όσο με διατέμνουν σε κάποιο τραπέζι εξέτασης;»

«Όχι, δεν θα γίνει έτσι, θα επαληθεύσουν την ταυτότητά σου και θα γυρίσουμε σπίτι μας, μωρό μου, να κοιμηθούμε στο κρεβάτι μας και πάλι, να...»

«Ναταλί, πρέπει να δραπετεύσουμε, πρέπει να φύγουμε μακριά, καλύτερα σε κάποια ζούγκλα, σε κάποια φυλή ίσως που δεν έχει επαφές με το είδος μας. Ήδη έχω σκεφτεί το πως θα γίνει να βγω επιτέλους από εδώ μέσα. Πάρε όλα τα χρήματα που έχουμε φυλαγμένα κι όσα μπορείς να βρεις και κάποια μεταμφίεση. Καπέλα, γυαλιά, κάτι. Με βρήκαν χωρίς ταυτότητα οπότε θα πρέπει να περπατήσουμε πολύ. Σε περιμένω. Μην αργήσεις!»

Η Ναταλί ξυπνάει απότομα, και πετάγεται καθιστή στο κρεβάτι. Είναι καταϊδρωμένη…

Το σκοτάδι αρχίζει να παραμερίζει από μια σιλουέτα φωτός που πλησιάζει. Δεν είναι αυτόφωτη η μορφή αυτή, ούτε έχει την εικόνα ανθρωποειδούς, ούτε μοιάζει με κάποια άλλη εμφάνιση γνωστού ζώου ιπτάμενου, επίγειου ή θαλάσσιου ή άλλης έμβιας μορφής που έχουμε στο μυαλό μας γνωρίσει ή φανταστεί. Μοιάζει περισσότερο με μια σκιά που κρατάει κάποιο φανάρι από φως που φωσφορίζει. Όσο το απόλυτο σκοτάδι δίνει τη θέση του στο ελαφρύ φως της πηγής που τους πλησιάζει, διακρίνουν ότι το σεντόνι πάνω στο κρεβάτι δεν υπάρχει, ούτε το στρώμα αισθάνονται πλέον από κάτω τους. Βλέπουν ο ένας τον άλλο να αιωρούνται, όπως έχουν δει να γίνεται με τους αστροναύτες στο διάστημα, πάνω από την ατμόσφαιρα της Γης, μακριά από την βαρυτική επιρροή της. Η εντύπωση ότι ξύπνησαν πάνω σε κάποιο κρεβάτι πρέπει να ήταν μέρος του ονείρου, αυτού που βιώνουν αυτή τη στιγμή, μπλεγμένο το ένα όνειρο στου άλλου. Κάνουν να ουρλιάξουν αλλά ο ήχος που βγαίνει φτάνει στα αυτιά τους σαν ψίθυρος. Αν είχαν χρόνο να σκεφτούν, θα συμφωνούσαν ότι είχαν διδαχθεί στο σχολείο πως η ταχύτητα του ήχου διαφέρει ανάλογα το μέσο στο οποίο κινείται, και ο ψίθυρος θα ήταν στεντόρεια κραυγή πάνω στο έδαφος. Αλλά δεν βρίσκονται εκεί. Ούτε τους έρχεται στο μυαλό η έρευνα που ανέφερε ότι οι ανθρώπινοι πνεύμονες μπορούν να αναπνέουν μέσα σε υγρό, απλά όχι αυτό που συναντούσαν γύρω τους, στη λιγοστή ζωή τους πάνω στον πλανήτη. Μπορούν να καταλάβουν ότι ο χώρος που βρίσκονται είναι σίγουρα γεμάτος υγρό εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει αέρας. Όμως δεν πνίγονται, δεν δυσανασχετούν, μόνο έχουν μια περίεργη αίσθηση στα πνευμόνια τους, τα οποία συνεχίζουν να περνούν το ζωοφόρο οξυγόνο στους ιστούς τους. Σίγουρα δεν είναι νερό, γλυκό μιας λίμνης, αλμυρό κάποιας θάλασσας, μοιάζει κάτι αρχέγονο και οικείο. Η σιλουέτα είναι τόσο κοντά που μπορεί ο ένας να δει τον άλλον αντίκρυ! Αδιαφορούν. Έχουν έννοια μόνο ο ένας για τον άλλον. Ο εφιάλτης που μόλις τους ξύπνησε μοιάζει τόσο μακρινός, όσο κι η στιγμή που αποχαιρέτησαν τη μήτρα της μητέρας τους.

«Τόμπι!»

«Ναταλί!»

Αυτή τη φορά ακούν ο ένας τον άλλον, αλλά όχι με τα αυτιά τους. Περισσότερο νιώθουν τη φωνή του άλλου να αντηχεί μέσα στο κρανίο τους.

«Μη φοβάστε παιδιά μου, είστε ασφαλείς!»

Δεν αναγνωρίζουν τη φωνή αυτή. Την αισθάνονται όμως τόσο οικεία όσο και την εσωτερική, που τους συντροφεύει όσο μπορούν να θυμηθούν τον εαυτό τους. Υποθέτουν ότι θα πρέπει να ανήκει στο φως που επιπλέει ανάμεσά τους. Στην πραγματικότητα το φως προέρχεται από μια στρογγυλή, φωσφορίζουσα μπάλα στην άκρη μιας κεραίας που ξεχωρίζει πάνω σε αυτό που μοιάζει με διάφανη ομπρέλα.

«Μείνετε ήρεμοι και θα σας τα εξηγήσω όλα».

Στα βάθη της θάλασσας τα όντα δεν έχουν χρώματα, γιατί ο ήλιος δεν αγγίζει την άβυσσο και τα περισσότερα είναι διάφανα, μια και δεν μπορούν να δουν το ένα το άλλο. Συνεπώς, έχουν άλλο τρόπο να κινούνται στο χώρο ή για να εντοπίζουν οι θηρευτές τα θηράματά τους. Τις περισσότερες φορές, όταν θέλουν να τα παγιδεύσουν, ακριβώς όπως τα έντομα στις φωτεινές παγίδες, δημιουργούν εστίες φωτός όπως αυτή εκεί. Δεν είναι σίγουροι ότι βρίσκονται στη θάλασσα αλλά αυτό είναι το κοντινότερο που μπορούν να σκεφτούν εκείνη τη στιγμή. Ούτε ότι δεν είναι το θήραμα.

«Δεν κινδυνεύετε από εμάς».

Απορούν για το “εμάς” όταν είναι σίγουροι ότι βλέπουν ένα ον. Τρομαγμένοι, φοβισμένοι, τρομοκρατημένοι από τα όσα βιώνουν επιπλέοντας –άγνωστο πού.

«Μήπως είναι κι άλλα όντα που κρύβονται;»

Μια κεραία εξέχει από αυτό που, με όρους γήινους, πρέπει να είναι το κεφάλι σε μια ζελατοειδή οντότητα, που άγνωστο πώς κινείται μες το περιβάλλον υγρό. Δεν γνωρίζουν αν έχει μάτια η ύπαρξη αυτή, αλλά είναι σίγουροι ότι δεν θα μπορούσε να διακρίνει τα δάκρυά τους, που αναμιγνύονται με ότι κι αν είναι αυτό το υγρό που αναπνέουν μέσα τους…

«Δεν ξέρω!»

Ξάφνου διάστικτα φώτα εμφανίζονται, αποκαλύπτοντας μια αχανή περιοχή που φαίνεται να μην έχει τέλος, όπως ένας έναστρος ουρανός ο οποίος μαγεύει τον άνθρωπο από ύπαρξης του.

«Είστε εμείς κι είμαστε εσείς».

Ο Τόμπι κι η Ναταλί προσπαθούν να ανασάνουν όσο πιο έντονα μπορούν, το υγρό στα πνευμόνια τους όμως δεν κινείται όσο γρήγορα θα ήθελαν για το οξυγόνο που αναζητά η καρδιά τους. Ηρεμούν γρηγορότερα από όσο θα περίμενε κάποιος στην επιφάνεια της γης, αναπνέοντας στην ατμόσφαιρα.

«Όλο αυτό το προκαλεί η διαδικασία μετατροπής. Η αλλαγή από ένα γαλαξιακό ον σε ένα γήινο ον είναι επώδυνη σε διαστάσεις που δεν είναι ξεκάθαρες ακόμα, όχι τόσο βιολογικά όσο πνευματικά. Υπάρχει και κάτι άλλο, πέρα από ύλη και ενέργεια, που δεν είναι ξεκάθαρη ακόμα για μας η φύση του. Και προκαλεί τα συμπτώματα που βιώνετε».

Ο Τόμπι κι η Ναταλί δεν καταλαβαίνουν τίποτα από όσα ακούγονται μέσα στο μυαλό τους, ενώ υποψιάζονται ότι προέρχονται από το ον που βρίσκεται εγγύτερα τους.

«Ο μόνος τρόπος για να το εξερευνήσουμε είναι στέλνοντας κάποιους από μας στην επιφάνεια, ώστε να μελετήσουν τα πλάσματα της Γης. Για να μην υπάρχει υποψία για την ύπαρξή μας, χρησιμοποιούμε πλάσματα που χάνονται στη θάλασσα».

«Είμαστε νεκροί λοιπόν;»

«Όντως πέθανες Τόμπι όταν χάθηκες;»

«Μα μαζί ήμασταν Ναταλί στο πλοίο, το ξέχασες ήδη;»

«Όχι, όχι, με αποχαιρέτησες με ένα φιλί πριν ταξιδέψεις».

«Αλήθεια δεν θυμάσαι; Ναυλώσαμε ένα σκάφος για το ταξίδι του μέλιτός μας».

«Μα όταν σε ξαναβρήκα ήσουν 16 χρόνια μεγαλύτερος…»

«Ξέχασες το πελώριο κύμα που μας κατάπιε όταν ξέσπασε η καταιγίδα;»

«Τι συμβαίνει Τόμπι; Είμαι τρομοκρατημένη όσο ποτέ».

Όσο διαρκεί ο διάλογος αυτός, μοιάζει σαν να μην προσέχουν καν τι τους λέει το ον, και ο ένας κολυμπά προς τον άλλο μέχρι που αγκαλιάζονται τόσο σφιχτά, που να μη μπορέσει κανένας να μπει ανάμεσά τους, να τους χωρίσει.

«Ενδιαφέρον δείγμα. Στα τόσα χρόνια έρευνας είναι ελάχιστες οι φορές που έχουμε αντιμετωπίσει κάτι αντίστοιχο. Λοιπόν, αν θέλετε να τελειώσει το βάσανό σας, όπως το αντιλαμβάνεστε, προσπαθήστε να συγκεντρωθείτε σε αυτά που έχω να σας πω όσο κινούμαστε προς το ταξίδι σας στην επιφάνεια. Πραγματικά θα σας λυθούν όλα σας τα ερωτήματα, όπως πώς γίνεται να καταλαβαίνετε τι σας λέω, από πού σας μιλάω, εφόσον δεν έχω ένα όργανο ομιλίας ή πώς σας βλέπω χωρίς κάποιο φανερό όργανο όρασης. Απλά ακούστε με. Όπως προανέφερα είστε εμείς κι είμαστε εσείς».

Τα λόγια που αντηχούν στο κρανίο τους να επιδρούν σαν καταπραϋντικό ηρεμιστικό, ο Τόμπι με τη Ναταλί ξεσφίγγουν την αγκαλιά τους και αποφασίζουν να ακούσουν τις εξηγήσεις που δέχονται. Την ίδια στιγμή, μια κίνηση στο υγρό που τους περιβάλει, ένα ρεύμα, φαίνεται να τους κατευθύνει μαζί με το ον με τη κεραία στο σώμα του που καταλήγει σε ένα φως, ενώ τα υπόλοιπα όντα φαντάζουν ακίνητα να τους παρακολουθούν. Είναι σαν να πετούν με ένα αεροπλάνο, έχοντας μόλις βγει πάνω από τα τελευταία σύννεφα στο νυχτερινό ουρανό.

«Όλο το σύμπαν είναι μια θάλασσα και τα αστέρια είναι σκάφη που ταξιδεύουν σε αυτή. Κάθε πλανήτης του άστρου είναι η κατοικία για διάφορα όντα, κάθε συνδυασμού ύλης με ενέργεια. Οι ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες των άστρων συνοδεύουν τα σκάφη και λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας από τις ενεργειακές κακοτοπιές και οι διάφοροι σχηματισμοί αντίστοιχα από τις φυσικές κακοτοπιές αρχαίων ναυαγίων. Και όταν χαθεί η ενέργεια του άστρου, όπως έγινε και σε μας, τότε το σκάφος βυθίζεται και χάνεται κι αυτό μαζί του. Έτσι κι εμείς έπρεπε να το εγκαταλείψουμε πριν μας καταπιεί η συμπαντική θάλασσα. Χρησιμοποιώντας τα μονοπάτια της βαρύτητας, που μας επιτρέπουν να μετακινούμαστε από άστρο σε άστρο και από πλανήτη σε πλανήτη, βρήκαμε έναν πλανήτη καλυμμένο με νερό και κάναμε τη νέα μας κατοικία σε ένα νέο άστρο σε αυτόν. Κατοικώντας στα βάθη των βαθών, εκεί που η αρχική ουσία του πλανήτη δεν έχει αλλοιωθεί, παρακολουθούμε με κάθε περιστροφή την επιφάνεια να αλλάζει. Ενώ τα πάντα σε εμάς παραμένουν αναλλοίωτα, στην επιφάνεια η ζωή ρέει, μεταλλάσσεται, καταστρέφεται, αλλά δεν εξαφανίζεται. Μέχρι που εμφανίστηκε ο άνθρωπος. Και δεν ήταν πια τίποτα το ίδιο. Και όλα άλλαξαν. Δεν ήταν όπως τα υπόλοιπα όντα του πλανήτη. Άρχισε να δίνει ονόματα, να εξερευνά, να αντιλαμβάνεται. Άρχισε να πετά και να κολυμπά πριν καλά καλά μάθει να περπατά. Απέκτησε μοναδικότητα, ενώ εμείς ξέρουμε μόνο τη συλλογικότητα. Ακούτε εμένα και ταυτόχρονα όλους μας, εμείς στους ανθρώπους βλέπουμε έναν και ακούμε πολλούς. Όταν άρχισε να βυθίζεται και να εξερευνά όλο και βαθύτερα στον πλανήτη, έπρεπε να μάθουμε. Είναι κίνδυνος; Είναι ευλογία; Η αλμυρή θάλασσα των Ωκεανών ήταν ανέκαθεν το σύνορό μας. Όταν έσπασε, έπρεπε να μάθουμε. Ο άνθρωπος όμως ζει για λίγο, σαν ένα κύμα που εμφανίζεται και σβήνει. Όταν κάποιος από μας τερματίσει την αποστολή του, με το θάνατο ενός ανθρώπου που αντικαθιστά, πρέπει να βρίσκουμε νέα κελύφη. Εσείς είστε κάποια από αυτά τα νέα μας κελύφη που στέλνουμε στην επιφάνεια στη θέση ανθρώπων που έστειλε η Θάλασσα σε μας. Εμείς όταν χρειάστηκε να ταξιδέψουμε, κινηθήκαμε στα έσω του πλανήτη μας. Ο άνθρωπος ψάχνει να κινηθεί στα έξω του πλανήτη του. Ίσως δεν ξέρει για τα βαρυτικά μονοπάτια που συνδέουν τα πάντα στο Σύμπαν, αλλά δεν είμαστε σίγουροι ακόμα ότι θα μπορέσουν να λάβουν όσα θέλουμε να τους προσφέρουμε. Παράδειγμα εσείς, με το που πήρατε ανθρώπινη μορφή, μας νιώσατε εχθρούς σας. Έχουμε δει πως συμπεριφέρονται οι άνθρωποι μεταξύ τους, μόνο να φανταστούμε τι μπορούν να κάνουν σε εμάς. Οπότε, ναι, επιλεχθήκατε να λάβετε ανθρώπινη μορφή και να μεταφερθείτε στην επιφάνεια, μαζί με πολλούς άλλους σε άλλα μέρη, ώστε να συνεχιστεί η έρευνά μας. Δεν θα έχετε καμιά ανάμνηση της προέλευσής σας, ένα τίμημα αναγκαίο για εμάς, αλλά εμείς θα έχουμε κάθε επαφή μαζί σας. Πρέπει να καταλάβουμε τι κάνει τον άνθρωπο μοναδικό, γιατί έχει ονόματα, όπως εσείς Τόμπι και Ναταλί, που δεν σημαίνουν τίποτα για μας, αλλά είναι το παν για εσάς. Τι σημαίνει να νοιάζεστε ο ένας για τον άλλον, τι σημαίνει να ξέρετε ότι θα πεθάνετε κι όμως ζείτε σαν να είστε αιώνιοι…»

O Tόμπι και η Ναταλί έχουν πολλές απορίες. Πώς γίνεται να έχουν αρχέγονη ιστορία, προέλευση από κάτι τόσο μακρινό; Τι είναι τα βαρυτικά μονοπάτια, τι φύση της Συμπαντικής θάλασσας; Υπάρχουν στα αλήθεια ή ονειρεύονται; Ποιοι ήταν πριν μετατραπούν σε ανθρώπους; Είχαν γονείς όταν ήταν τα όντα που ακούνε ότι υπήρξαν; Οι αναμνήσεις τους ανήκουν ή είναι ψεύτικες; Τι σημαίνει ζωή και θάνατος; Πως προέκυψαν όλα τα πλάσματα της Γης από ένα πείραμα; Ποιοι είναι οι ίδιοι;

Άκουσαν ένα γδούπο και ένα εκτυφλωτικό φως τους τύφλωσε.

Τίτλος
"Έναστρη θάλασσα"
Ημερομηνία
2026
Θέμα διαγωνισμού
Θάλασσα
Διοργανωτής
Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας (ΑΛΕΦ)